Επανεξοπλίζοντας την Ευρώπη: Η ιστορική μεταστροφή της Γερμανίας, οι εξαγγελίες της ΕΕ και οι οικονομικές πραγματικότητες παντού
Σύνταξη : Πολυδεύκης Παπαδόπουλος
Η διαδικασία και το πλαίσιο
Μετά την «ιστορική» ψήφιση από την Κάτω Βουλή της Γερμανίας συνταγματικής μεταρρύθμισης που επιτρέπει τη αύξηση του ελλείμματος της χώρας και για αμυντικούς σκοπούς, το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «ReArm Europe” για ένα γιγάντιο εξοπλιστικό πρόγραμμα της ΕΕ παρουσιάζεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 20-21 Μαρτίου, παράλληλα με νομοθετική πρόταση για το νέο χρηματοδοτικό εργαλείο που θα μπορεί να το υποστηρίξει.
Βάση όσων έχουν ανακοινωθεί, αυτό θα συνίσταται σε δάνεια ύψους 150 δις. ευρώ από τον κοινοτικό προϋπολογισμό προς τα κράτη μέλη, καθώς και στην «κινητοποίηση» άλλων 650 δις. από ένα συνδυασμό εθνικών πόρων, δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), ιδιωτικών συμμετοχών, μοχλεύσεων κλπ. Μάλιστα, προκειμένου η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κομμάτι των κοινοτικών δανείων να υιοθετηθεί γρήγορα από τη Σύνοδο Κορυφής και μετά από το Συμβούλιο των Υπουργών, η Κομισιόν θα επιλέξει τη διαδικασία έκτακτης ανάγκης –αν και αφορά δράσεις σε βάθος 10ετίας- για τη δημιουργία του εν λόγω χρηματοδοτικού μέσου, βάσει του άρθρου 122 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι αυτό προκειμένου να μην χρειαστεί ψηφοφορία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αν και το Ημικύκλιο ενέκρινε ήδη ένα γενικό υποστηρικτικό Ψήφισμα. Πάντως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτιμά να κινηθεί ευέλικτα, αφού λάβει την έγκριση των εταίρων στο Συμβούλιο βάση ειδικής πλειοψηφίας, συγκεντρώνοντας δηλαδή τις ψήφους του 55% των κρατών μελών και τα οποία πρέπει να εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού της Ένωσης.
Κοινοτικός δανεισμός και εξεύρεση εθνικών πόρων
Κατά συνέπεια η ReArm EU της Κομισιόν περιλαμβάνει το σκέλος των κοινοτικών δανείων για αμυντικούς εξοπλισμούς προς τα κράτη μέλη, καθώς και των επιπλέον εθνικών πόρων που μπορούν να κινητοποιηθούν (όπως είναι η έκφραση που χρησιμοποιεί η Επιτροπή) από πληθώρα πηγών και σχημάτων.
Τα πρώτα αφορούν 150 δις. που υπόσχεται να βρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από υπόλοιπα που υπάρχουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό για προγράμματα που δεν εκτελέστηκαν και από πόρους που δεν απορροφήθηκαν. Κυριότερο ποσό είναι αυτό των 93 δις. του Ταμείου Συνοχής (RRF) από το σκέλος των δανείων, που δεν ζήτησαν όλες οι χώρες στις οποίες είχαν επιμεριστεί, κρίνοντάς τα ασύμφορα σε σχέση με τα επιτόκια που μπορούσαν να βρουν εκτός αυτού του μηχανισμού.
Μεταξύ των κρατών που δεν έκαναν αίτημα για τα σχετικά δάνεια ήταν η Γερμανία και η Ολλανδία. Από την άλλη η Ελλάδα περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών που τα χρησιμοποιούν, έχοντας ζητήσει 18 δις σε τέτοια δάνεια. Η ιδέα του δανεισμού της Επιτροπής από τις αγορές με εγγύηση τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ώστε στη συνέχεια να εκδώσει ένα είδος ευρωομολόγου για την άμυνα, δεν υπάρχει τουλάχιστον προς το παρόν στο τραπέζι, καθότι εξακολουθούν να είναι αντίθετες μια σειρά από χώρες.
Επίσης επί του παρόντος δεν είναι σαφές πόσες θα έχουν πρόσβαση στην λόγω χρηματοδότηση, σε τι ποσοστά και με ποια επιτόκια. Κι εννοείται πως ο μηχανισμός θα ωφελήσει εκείνα τα κράτη μέλη των οποίων το κόστος δανεισμού θα ήταν υψηλότερο από αυτόν της ΕΕ.
Ακόμη ποιο ασαφής είναι η εξεύρεση του τεράστιου ποσού των 650 δις ευρώ που προβλέπεται να επωμιστούν τα ίδια τα κράτη μέλη για επενδύσεις στην άμυνα, θεωρητικά μέσα σε τέσσερα-πέντε χρόνια, με ορισμένες παρεκκλίσεις από τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας. Το βέβαιο είναι πως στο σκέλος αυτό θα περιλαμβάνεται ένας αναβαθμισμένος ρόλος για επιχειρηματικά δάνεια της ΕΤΕπ, η οποία για πρώτη φορά θα αναμειγνύεται σε εξοπλιστικά προγράμματα, αρκεί να έχουν διπλή πολιτική και στρατιωτική χρήση (π.χ. δορυφόροι και drones). Επίσης, ένα μέρος αυτών των χρημάτων θα μπορεί να προέλθει από αλλαγή υπαρχόντων επιδοτήσεων της ΕΕ. Θα προταθεί, δηλαδή, τα κράτη μέλη να μπορούν να αναθεωρούν τα «ΕΣΠΑ» τους (στα πλαίσια της ενδιάμεσης αναθεώρησης Πολιτικών Συνοχής ΕΕ) και να παίρνουν χρήματα από άλλες δράσεις με στόχο επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία, με ειδικούς όρους και με λιγότερους περιορισμούς. Βεβαίως, να διευκρινιστεί ότι τα κονδύλια αυτά δεν θα αποτελούν νέες επιδοτήσεις κι αν πάνε στην άμυνα θα πρέπει να αφαιρεθούν από άλλους τομείς που καλύπτει η πολιτική συνοχής (από μεταφορικούς άξονες έως κοινωνικές υποδομές). Από κει και πέρα τα κράτη μέλη θα πρέπει να βρουν τα υπόλοιπα λεφτά από τους εθνικούς προϋπολογισμούς τους, δανεισμό από τις αγορές και την όποια συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.
Η χρήση της ρήτρας διαφυγής και οι συνέπειές της
Σε μεγάλο βαθμό η όποια επίτευξη των στόχων του «ReArm Europe» θα πέσει τελικά στους ώμους των δημοσίων δαπανών των χωρών μελών της ΕΕ. Και στο βαθμό που αυτές κινηθούν στα επίπεδα των όσων έχουν ανακοινωθεί, κάτι τέτοιο θα σημάνει μεγαλύτερη ή μικρότερη αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων και χρεών που εμπίπτουν στους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας.
Για το λόγο αυτό προτείνεται η χρήση της λεγόμενης «ρήτρας διαφυγής», που σχετικοποιεί την εφαρμογή αυτών των κανόνων σε ειδικές περιστάσεις. Μια τέτοια ήταν π.χ. οι δημοσιονομικές ανάγκες που δημιούργησε η Πανδημία, για την οποία έγινε εφαρμογή του Άρθρου 25 των νέων δημοσιονομικών κανόνων, το οποίο προβλέπει μια «Γενική ρήτρα διαφυγής» για όλα τα κράτη μέλη.
Όμως, η περίπτωση δημιουργίας αυξημένων ελλειμμάτων για αμυντικές δαπάνες πρόκειται να υπαχθεί, όπως έχει ανακοινώσει η Επιτροπή, στο Άρθρο 26 που αφορά τις «Εθνικές ρήτρες διαφυγής». Να εξηγηθεί ότι αυτές επιτρέπουν σε μια χώρα να αποκλίνει από την πορεία των καθαρών δαπανών «όταν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες εκφεύγουν του ελέγχου του κράτους-μέλους έχουν σημαντική επίπτωση στα δημόσια οικονομικά του» και αν «η εν λόγω απόκλιση δεν θέτει σε κίνδυνο τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών της».
Κατά συνέπεια, οι εν λόγω ρήτρες ενεργοποιούνται ανά κράτος και ανάλογα με την κατάστασή του. Η δε Πρόεδρος Φον Ντερ Λάιεν έχει προς το παρόν διευκρινίσει μόνον ότι θα προταθεί η ενεργοποίησή τους «με συντονισμένο τρόπο» που θα οδηγήσει τα κράτη μέλη να αυξήσουν «κατά μέσο όρο» τις αμυντικές δαπάνες στο 1,5% του ΑΕΠ τους, δημιουργώντας το ποσό των 650 δισ. ευρώ σε περίοδο 4 ετών. Επομένως, η πρόθεση ενεργοποίησής της «Εθνικής ρήτρας διαφυγής» χρήζει ακόμη σαφέστερων αποφάσεων. Ωστόσο, είναι δεδομένο πως το όποιο δημοσιονομικό περιθώριο δοθεί θα συνδέεται μόνο με την αύξηση των αμυντικών δαπανών και τίποτα άλλο. Ακόμη, αν η ελαστικότητα αυτή οδηγήσει το κράτος σε επιπλέον κόστη, αυτά θα προσμετρώνται κανονικά στο δημόσιο χρέος, όπως άλλωστε έγινε και τον καιρό της πανδημίας.
Εν τέλει, μια ανάλογη χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας μπορεί να βοηθήσει. Στο τέλος, όμως, οι περιορισμοί για τις χώρες υψηλού χρέους, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, πλέον η Γαλλία κλπ. θα παραμείνουν. Επίσης, οι αγορές δεν πρόκειται να κάνουν διακρίσεις ως προς τους λόγους που θα αυξηθούν τα σχετικά χρέη. Έτσι, ναι μεν η διαφαινόμενη αύξηση των δημοσίων χρημάτων που θα πέσουν στην αμυντική βιομηχανία έχουν οδηγήσει ήδη σε άνοδο γενικούς δείκτες και επιμέρους μετοχές σε ορισμένα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, αλλά ταυτόχρονα έχουν πάρει την ανηφόρα και τα ομόλογα διαφόρων χωρών της ΕΕ (ακόμη και της Γερμανίας) στην δευτερογενή αγορά, λόγω αύξησης και των σχετικών κινδύνων.
Ακόμη, παρά μια ευρύτερη συναίνεση μεταξύ των εταίρων για εφαρμογή της «ρήτρας διαφυγής» και αύξηση των ελλειμμάτων λόγω εξοπλισμών -και κυρίως τη μεγάλη μεταστροφή της Γερμανίας- δεν συμφωνούν οι πάντες. Π.χ. το Κοινοβούλιο της Ολλανδίας έλαβε ήδη απόφαση κατά της αύξησης του χρέους για το σκοπό αυτό και δέσμευσε την κυβέρνηση της χώρας να πάρει ανάλογη θέση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αν και ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ντιχ Σχόοφ είχε αρχικά υποστηρίξει την πρόταση της Επιτροπής. Όμως, στις Κάτω Χώρες υπερισχύει η νομοθετική εξουσία της εκτελεστικής σε τέτοια θέματα.
Η «έκρηξη» εξοπλισμών της Γερμανίας
Σε μια «ιστορική απόφαση» αλλά και σε ένα αγώνα δρόμου με το ημερολόγιο, η Μπούντεσταγκ, δηλαδή η Κάτω Βουλή της Γερμανίας, ψήφισε τελικά με την προ των εκλογών σύνθεσή της, μεταρρύθμιση που λύνει το συνταγματικό φρένο για αύξηση των ομοσπονδιακών ελλειμμάτων της χώρας και σε μικρότερο βαθμό και των κρατιδιακών. Μεταξύ των άλλων, οι νέες ρυθμίσεις θα επιτρέπουν την αποδέσμευση κονδυλίων για την άμυνα, τα οποία υπερβαίνουν το 1% του ΑΕΠ, καταργώντας τα όρια για το έλλειμμα που έθετε το γερμανικό σύνταγμα. Τα σχετικά ποσά που θα προκύψουν υπολογίζεται πως μπορούν να ανέλθουν σε 500 δις ευρώ, ενώ άλλα τόσα αναμένεται να χρηματοδοτήσουν ειδικό ταμείο για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της χώρας. Παράλληλα, τα ομόσπονδα κρατίδια αποκτούν μεγαλύτερη ευελιξία στο δανεισμό τους, με δυνατότητα χρηματοδότησης έως 0,35% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 16 δισ. ευρώ.
Όπως προαναφέρεται, η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, εκτός από τη μεγάλη ανατροπή προκάλεσε σε όσα υποστήριζε επί χρόνια το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο για τη δημοσιονομική πειθαρχία, χρειάστηκε και μια αναμέτρηση με το χρόνο, πριν τη νέα συγκρότηση του Κοινοβουλίου που προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές την ερχόμενη εβδομάδα. Κι αυτό καθώς η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία έπρεπε να συγκεντρώσει τα 2/3 των ψήφων του σώματος, κάτι που επετεύχθη με τη συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων βουλευτών, αλλά με την παλιά σύνθεση της Κ. Βουλής. Με τη νέα αυτό δεν θα ήταν εφικτό, καθώς η ενισχυμένη «Εναλλακτική για τη Γερμανία» και το επίσης ισχυροποιημένο αριστερό Linke αντιτίθενται σε τέτοια αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Εφόσον τελικώς ένα τέτοιο εξοπλιστικό πρόγραμμα 500 δις υλοποιηθεί από τη Γερμανία, από μόνο του θα αφορά τα 5/8 του Rearm EU ! Να σημειωθεί ότι οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 23,2% πέρυσι, συμβάλλοντας στην άνοδο-ρεκόρ των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών κατά 11,7%. Ωστόσο και μετά από αυτό το άλμα, η άμυνα της Γερμανίας μόλις και μετά βίας έφτασε να αναλογεί στο 2.1% του ΑΕΠ το 2024, καθώς είχε πολύ δρόμο να διανύσει από το 1,2% που ακόμη βρισκόταν προ δεκαετίας.
Βέβαια, το μεγάλο στοίχημα στη Γερμανία δεν είναι μόνον η βελτίωση των αμυντικών δυνατοτήτων της, αλλά και η τόνωση της τελματωμένης οικονομίας της μέσω της αύξησης των σχετικών δημοσίων δαπανών. Ταυτόχρονα, η στόχευση θα αφορά και την προσέλκυση αγορών από το εξωτερικό για τις γερμανικές πολεμικές βιομηχανίες. Και τουλάχιστον προς το παρόν, οι αγορές δείχνουν να ερμηνεύουν τα δημοσιονομικά μέτρα ως τονωτικά για την οικονομία και όχι ως δημοσιονομικό κίνδυνο.
…και οι διαφωνίες με τη Γαλλία για άνοιγμα των δανείων και σε τρίτες χώρες
«Τα δάνεια αυτά πρέπει να χρηματοδοτήσουν αγορές από Ευρωπαίους παραγωγούς, ώστε να βοηθήσουν στην ενίσχυση της δικής μας αμυντικής βιομηχανίας», δήλωνε η Πρόεδρος της Κομισιόν Ντερ Λάιεν στο Ευρωκοινοβούλιο μερικές μέρες μετά την ανακοίνωση του σχεδίου. Με βάση τις θέσεις που πρεσβεύει η ίδια και άλλα μέλη της Επιτροπής, τα χρήματα από αυτά θα μπορούν να δαπανηθούν για όπλα από κράτη της ΕΕ, αλλά και άλλες συμμαχικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία και η Ελβετία.
Επίσης, κατά τη διάρκεια της τελευταίας Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, αρκετοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Γερμανού Καγκελάριου Όλαφ Σολτς, τόνισαν ότι η πρωτοβουλία θα πρέπει να είναι ανοιχτή και σε εταίρους εκτός ΕΕ. «Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να μπορούν να συμμετάσχουν και χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά συνεργάζονται στενά, όπως η Βρετανία, η Νορβηγία, η Ελβετία ή η Τουρκία», ανέφερε ο Σολτς. Ωστόσο, η Γαλλία, η οποία έχει ζητήσει εδώ και καιρό περισσότερη «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ, υποστηρίζει την άποψη ότι πρέπει να επιβληθούν περιορισμοί στο πόσα χρήματα μπορούν να δαπανηθούν εκτός της Ένωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στη μείωση της ποσότητας των όπλων που αγοράζονται από τις ΗΠΑ.
Κατόπιν τούτου, στελέχη των κοινοτικών οργάνων στις Βρυξέλλες ανησυχούν ότι η πρωτοβουλία των 150 δισ. ευρώ μπορεί να υπονομευθεί από παρόμοια διαμάχη που έχει καθυστερήσει περισσότερο από χρόνο τη συμφωνία για το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας. Αυτό αφορά ένα ταμείο 1,5 δισ. ευρώ όλο-όλο, που έχει προβλεφθεί από παλιότερες αποφάσεις να χορηγεί επιδοτήσεις για την άμυνα. Οι προσπάθειες για εφαρμογή του προγράμματος σταμάτησαν στα τέλη του 2024, μετά από απαίτηση του Παρισιού να τεθεί όριο στο ποσοστό που μπορεί να δαπανηθεί σε εξαρτήματα εισαγόμενα εκτός ΕΕ, καθώς και να απαγορευθούν τελικά προϊόντα με προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας από τρίτες χώρες.
Πόσο είναι εφικτός ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης σ’ αυτά τα επίπεδα
Σήμερα, όλες μαζί οι ευρωπαϊκές χώρες μέλη του ΝΑΤΟ κάνουν 300 δις το χρόνο στρατιωτικές δαπάνες, που είναι περίπου το 1/3 εκείνων των ΗΠΑ, το τριπλάσιο των ρωσικών και λίγο περισσότερες από αυτές της Κίνας. Η υλοποίηση των στόχων που θέτει το ReArm Europe, με την προσθήκη 500 δις στα ποσά αυτά, θα μεταβάλει τις εν λόγω αναλογίες. Ωστόσο, υπάρχουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο είναι ρεαλιστικοί τέτοιοι στόχοι και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα. «Δεν είναι αδύνατο αλλά σίγουρα απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο. Μια δεκαετία τουλάχιστον» αναφέρουν ειδικοί των εξοπλιστικών.
Πάντως, τα σημερινά στοιχεία δείχνουν ότι οι αμυντικές δαπάνες για 8 από τα 30 κράτη μέλη του ΝΑΤΟ (δηλαδή όλα τα υπόλοιπα πλην ΗΠΑ) εξακολουθούσαν να υπολείπονται του 2% του ΑΕΠ τους στα τέλη του 2024 (Βέλγιο 1,3%, Ιταλία 1,5%, Ισπανία 1,3%, Καναδάς 1,4%, Κροατία 1,8%, Λουξεμβούργο 1,3%, Πορτογαλία 1,6%, Σλοβενία 1,3%) ενώ για άλλες 10 χώρες, στις οποίες ανήκουν σχεδόν όλες οι μεγάλες, η εκπλήρωση αυτού του ποσοστού ήταν οριακή (Αλβανία 2,0%, Γαλλία 2,1%, Γερμανία 2,1%, Μαυροβούνιο 2,0% Ουγγαρία 2,1%, Ολλανδία 2,1%, Σλοβακία 2,0%, Σουηδία 2,1%, Τουρκία 2,1%, Τσεχία 2,1%,). Από τις σημαντικές δυνάμεις μόνον η Πολωνία έχει εκτινάξει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς στο 4,1% του ΑΕΠ της, η δε «πρόθυμη» Βρετανία μέχρι τώρα τους περιορίζει στο μέτριο 2,3%.
Επιπλέον, η περαιτέρω ανάλυση των σχετικών στοιχείων δείχνει ότι κι αυτή η περιορισμένη αύξηση των αμυντικών δαπανών των χωρών μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας υπήρξε αργή σε βάθος μιας ολόκληρης δεκαετίας, δηλαδή από το 2014 που ετέθη ο στόχος του 2% έως σήμερα.
Πέραν του ReArm Europe, η γαλλική τράπεζα “Société Générale” εξετάζει σε έκθεσή της τρία σενάρια για να έρθουν οι αμυντικές δαπάνες όλων των ευρωπαϊκών χωρών μελών του ΝΑΤΟ πιο κοντά στο στόχο του 2% των ΑΕΠ τους ή και να ανεβούν στο 3%, όπως τώρα ζητά ο ΓΓ του Μάρκ Ρούτε, αλλά με διαφορετικά χρονοδιαγράμματα.
1) Μια αργή αύξηση των δαπανών κατά 0,1% του ΑΕΠ τον χρόνο, με βάση τα όσα γίνονταν μέχρι σήμερα 2) Μια επιτάχυνση στο 0,2% του ΑΕΠ τον χρόνο, κάτι που θα επέτρεπε στις χώρες που έχουν μείνει πίσω να πιάσουν τουλάχιστον τον στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ έως το 2028-2029. 3) Μια ιδιαίτερα γρήγορη αύξηση, όπου αυτός στόχος του ΝΑΤΟ (ή και ο υψηλότερος) θα επιτευχθεί έως το 2026.
Με βάση τους υπολογισμούς της SG, το πρώτο σενάριο κοστίζει στις χώρες της Ε.Ε. 70,8 δισ. ευρώ, το δεύτερο 109,4 δισ. ευρώ και το τρίτο 207,6 δισ. ευρώ. Κι όπως τονίζει η SG, το τελευταίο σενάριο είναι εξαιρετικά δύσκολο και απίθανο, καθώς οι περισσότερες χώρες θα δυσκολεύονταν να προσθέσουν περίπου το 1% του ΑΕΠ τους σε αμυντικές δαπάνες μέσα στα επόμενα δύο μόλις χρόνια. Επίσης, ορισμένα κράτη θα ξοδέψουν περισσότερα από άλλα. Έτσι η ανάλυση της γαλλικής τράπεζας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η πιθανότερη εξέλιξη θα είναι κάτι ενδιάμεσο.
Η ανάπτυξη που μπορούν να φέρουν στην ΕΕ οι αμυντικοί εξοπλισμοί και η πιθανή περικοπή άλλων πολιτικών
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών θα συμβάλει στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης εκτίμησε η Πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, αν και είναι νωρίς να μιλήσει κανείς για ποσοστά και χρονοδιαγράμματα. Έτσι, προς το παρόν το μόνο απτό είναι η αύξηση της τιμής των μετοχών συγκεκριμένων αμυντικών βιομηχανιών, όπως π.χ. της γερμανικής εταιρείας όπλων Rheinmetal, της οποίας ο κάθε τίτλος ανέβηκε για πρώτη φορά τις περασμένες μέρες πάνω από τα 1000 ευρώ. Να σημειωθεί ότι τα τελευταία τρία χρόνια που διαρκεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, η μετοχή της Rheinmetal έχει αυξηθεί συνολικά περισσότερο από 800% !
Όμως, εκτός από τη Rheinmetall κι άλλες ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες ανθήσαν αυτή την τριετία σε διάφορα χρηματιστήρια της Ευρώπης, με αποτέλεσμα ο σχετικός βιομηχανικός δείκτης «Stoxx Europe Total Market Aerospace & Defense Index» να έχει αυξηθεί κατά περίπου 130% Και τώρα υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους η άνοδος αυτή θα μπορούσε να συνεχιστεί, καθώς οι μετοχές των ευρωπαϊκών αμυντικών εταιρειών είναι περιζήτητες τούτες τις μέρες.
Από την άλλη, η γνωστή έκθεση του Μάριο Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ σημείωνε, το περασμένο φθινόπωρο που δημοσιοποιήθηκε, πως «η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία είναι κατακερματισμένη προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Η ίδια έκθεση υπογράμμιζε ότι πολλές χώρες της ΕΕ επανεξοπλίζονται γρήγορα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ωστόσο, το 78 % των 75 δισεκατομμυρίων ευρώ των κρατών μελών της ΕΕ που δαπανήθηκαν επιπλέον για την άμυνα μεταξύ Ιουνίου 2022 και Ιουνίου 2023 κατευθύνθηκαν εκτός της Ένωσης, με το 63 % να πηγαίνει στις ΗΠΑ, το 15% σε άλλους παρόχους πέραν της Ευρώπης, όπως κυρίως η Ν. Κορέα και μόνον το 18% να αφορά τις ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες.
Η έκθεση Ντράγκι πρότεινε κι αυτή αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 500 δις, αλλά σε βάθος 10ετίας και η οποία να βασιστεί στην έκδοση ευρωομολόγων. Από την άλλη, ο πρώην Πρόεδρος της ΕΚΤ και για μια διετία πρωθυπουργός της Ιταλίας τόνιζε με ξεκάθαρη γλώσσα πως η στρατηγική αυτονομία κι ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε οπλικά συστήματα. Οι πραγματικές προκλήσεις που αναδείκνυε είναι πολύ βαθύτερες και συνδέονται άμεσα με το αν η Ένωση θα είναι ανταγωνιστική, παραγωγική και οικονομικά ισχυρή στο μέλλον.
Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι χρειάζονται ακόμη 800 δισ για αύξηση των επενδύσεων σε τομείς που δεν σχετίζονται με τους εξοπλισμούς, αλλά με την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, την ανάσχεση της δημογραφικής συρρίκνωσης, καθώς και την διατήρηση της απαραίτητης συνοχής των κοινωνιών μας, το ερώτημα είναι αν τα κεφάλαια για τους εξοπλισμούς θα λείψουν από άλλες κρίσιμες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της ΕΕ ή μπορούν όλα να συνδυαστούν.
www.ertnews.gr
Διαβάστε περισσότερα… Read More